Αληθινά εγκλήματα
Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα.
Ο πρώτος νεκρός του ελληνικού ποδοσφαίρου και η αιματηρή εκδίκηση
Λάρισα, γήπεδο Αλκαζάρ, 26 Οκτωβρίου 1986. Για την 6η αγωνιστική του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου η τοπική ομάδα υποδέχεται τον πρωτοπόρο της βαθμολογίας ΠΑΟΚ. Ανάμεσα στους 12.768 φιλάθλους που έχουν πληρώσει εισιτήριο για να παρακολουθήσουν τον αγώνα είναι και ο 29χρονος καθηγητής Χαράλαμπος Μπλιώνας. Κάθεται στην πιο ήσυχη θύρα και διαβάζει την εφημερίδα του. Δεν έχει πάει να φωνάξει αλλά για να περάσει την ώρα του μέχρι να πάρει το λεωφορείο των ΚΤΕΛ για να επιστρέψει στην Αθήνα και στη δουλειά του. Λίγα λεπτά αργότερα θα γινόταν ο πρώτος νεκρός σε ελληνικό γήπεδο.
Η ιστορία του Αλκαζάρ δεν θα τελειώσει με την κηδεία του Χαράλαμπου Μπλιώνα και την προφυλάκιση του υπαίτιου για τον άδικο θάνατό του. Προτού περάσει ενάμισης μήνας, η βία «ματώνει» και πάλι το ποδόσφαιρο και η Ελλάδα θα χωριστεί στα δύο. Η αντιπαλότητα θα πάρει τη μορφή εκδίκησης και ένας 18χρονος, ο Γιώργος Ζωντός, θα πέσει νεκρός με χτυπήματα από μαχαίρι στον Σταθμό Λαρίσης.
Στο πόντκαστ ακούγονται οι πρωταγωνιστές του εγκλήματος στη Λάρισα, όπως τις κατέγραψε το αφιέρωμα της ΕΡΤ στον τραγικό θάνατο του Χαράλαμπου Μπλιώνα: ο αντιπρόεδρος της Λάρισας, ο προπονητής Γιάτσεκ Γκμοχ, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης στο γήπεδο Αλκαζάρ, ο αδελφός του θύματος και ο ίδιος ο δράστης.
Ολυμπιακός, μαγκιά και αίμα: Το φονικό στις Τζιτζιφιές
22 Απριλίου 1973. Ξημερώματα. Οι Τζιτζιφιές ακόμα ξενυχτούν. Μπουζούκια, λουλούδια, ποτά, βαριά τσιγάρα, καπνός παντού και «μαγκιά». Μόλις δύο μήνες έχουν περάσει από το μακελειό στη «Νεράιδα της Αθήνας» με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κοεμτζή και η νύχτα μοιάζει ακόμη ηλεκτρισμένη.
Η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ήταν διαφορετική. Οι Τζιτζιφιές ήταν το επίκεντρο της νυχτερινής ζωής στα νότια προάστια. Η διασκέδαση κρατούσε μέχρι το πρωί. Μέσα σε αυτά τα μαγαζιά, ένα στραβό βλέμμα μπορούσε να οδηγήσει σε καβγά. Η κοινωνία είχε σοκαριστεί μόλις δύο μήνες πριν με το φονικό στη «Νεράιδα της Αθήνας», στο πλαίσιο του οποίου ο Νίκος Κοεμτζής σκότωσε τρεις ανθρώπους για μια παραγγελιά. Όμως, αντί η βία να φοβίσει τη νύχτα, ήταν σαν να την έκανε ακόμα πιο επικίνδυνη· έψαχνε μια αφορμή για να ξεσπάσει.
Και η αφορμή δόθηκε στον «Γυρισμό», ένα από τα γνωστά νυχτερινά κέντρα της εποχής, στη λεωφόρο Θησέως, όπου το πρώτο όνομα στη μαρκίζα ήταν αυτό της Καίτης Γκρέι. Μια κουβέντα για ένα τασάκι, κάμποσες επίμονες ματιές στις γυναίκες της παρέας και η «μαγκιά» που περισσεύει θα οδηγούσαν σε ένα φονικό που έκανε αίσθηση όχι μόνο επειδή ήρθε λίγο καιρό μετά το μακελειό που προκάλεσε ο Νίκος Κοεμτζής στην Κυψέλη αλλά και επειδή θύμα ήταν ο Γιώργος Κίνλεϊ, αδελφός του γνωστού πρώην ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού και προπονητή της Προοδευτικής, Θανάση (Σούλη) Κίνλεϊ. Ένα έγκλημα από αυτά που, όπως λέμε, γίνονται «για το τίποτα».
Στο πόντκαστ ο δρ. Εγκληματολογίας Παναγιώτης Παπαϊωάννου και δικηγόρος μιλά για τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, σχολιάζει τον όρο «έγκλημα τιμής» και πώς τον αντιλαμβάνονταν κάποιοι τη δεκαετία του ’70.
Δολοφονία για ένα follow στο Ίνσταγκραμ;
Ένας δεσμός που διαλύθηκε. Ένα αίτημα για follow στο Ίνσταγκραμ που ξύπνησε μνήμες. Ένας καβγάς ανάμεσα σε δύο νέους, 20 και 21 ετών, που κατέληξε σε δολοφονία. Και ένα 17χρονο κορίτσι που έπεσε θύμα βιασμού.
Αυτό είναι το σκηνικό του άγριου φονικού που στήθηκε το ξημέρωμα της 10ης Αυγούστου 2021 στο πάρκο της Άνω Καμήλας, σοκάροντας τις Σέρρες και όλη την Ελλάδα. Όχι μόνο για την αγριότητά του, όχι τόσο για την ηλικία δράστη και θύματος, άλλοτε φίλων από διπλανά χωριά, αλλά για όλα αυτά που προηγήθηκαν και όσα ανατριχιαστικά ακολούθησαν τη μοιραία επίθεση με μαχαίρι.
Ο 22χρονος Γιώργος από το Λιβαδοχώρι διατηρούσε δεσμό με τη 17χρονη Κλειώ. Όπως θα πει αργότερα το νεαρό κορίτσι, η σχέση τους δεν ήταν ιδανική· ήταν γεμάτη εντάσεις και τσακωμούς. Οκτώ μήνες άντεξε δίπλα του. Του ζήτησε να διακόψουν, αλλά δεν κατάφερε να τον κάνει να την ξεχάσει. Εκείνος συνέχιζε να την ενοχλεί. Μετά από λίγο καιρό η Κλειώ συνδέθηκε με τον 20χρονο Δημήτρη, από ένα κοντινό χωριό, το Μητρούσι.
Στην Άνω Καμήλα, ένα μικρό χωριό δώδεκα χιλιόμετρα δυτικά της πόλης των Σερρών, εκείνη η νύχτα έμοιαζε με οποιαδήποτε άλλη νύχτα του καλοκαιριού. Μέχρι τη στιγμή που ένας 20χρονος έπεσε νεκρός στο πάρκο. Η τοπική κοινωνία θα χρειαστεί λίγες μόνο ώρες για να καταλάβει ότι αυτό που συνέβη δεν ήταν ένας συνηθισμένος καβγάς αλλά μια στυγερή δολοφονία. Δράστης και θύμα κατάγονταν από διπλανά χωριά. Αυτά που τους ένωναν ήταν πολύ περισσότερα από εκείνα που τους χώριζαν.
Στο πόντκαστ η κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Βάνα Παπακίτσου μιλά για ένα έγκλημα που «ετοιμαζόταν» μήνες πριν, ενώ ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ Βασίλης Αναστασιάδης θυμάται εκείνες τις ημέρες που συγκλόνισαν τις Σέρρες.
Ακούγονται ακόμη οι δικηγόροι των δύο πλευρών, η μητέρα του δράστη, που μίλησε χωρίς να φαίνεται το πρόσωπό της στην εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου στον Alpha και ο πατέρας του θύματος που σχολιάζει την απόφαση της δικαιοσύνης.
Η 82χρονη βρέθηκε σφαγμένη, ο δολοφόνος επέμενε πως δεν θυμόταν τίποτα
Οι πνιχτές φωνές μιας ηλικιωμένης γυναίκας που προσπαθούσε να καλέσει απεγνωσμένα σε βοήθεια αναστάτωσαν εκείνη τη νύχτα τους κατοίκους της οδού Τούσα Μπότσαρη, ενός μικρού στενού δρόμου, κάθετου στη Βεΐκου, στο Κουκάκι. Κάποιοι ήξεραν ότι στην ισόγεια φτωχική μονοκατοικία στον αριθμό 9Β ζούσε μόνη της η 82χρονη Αργυρή Θάνου, μια γυναίκα κατάκοιτη, με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ειδοποίησαν αμέσως την Αστυνομία, αλλά δεν τόλμησαν να βγουν από τα σπίτια τους. Περίμεναν να έρθει το πρώτο περιπολικό, για να δουν τι είχε συμβεί. Ξημέρωνε Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 1996.
Οι αστυνομικοί που έφτασαν λίγο μετά τις 5 μπήκαν με προφυλάξεις στη μονοκατοικία. Προχώρησαν στην κρεβατοκάμαρα και αντίκρισαν έναν νεαρό σκυμμένο πάνω από την ηλικιωμένη γυναίκα που ήταν πεσμένη μπρούμυτα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι της, σφαγμένη με ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη.
Δεν χρειάστηκαν κάτι περισσότερο για να του περάσουν χειροπέδες και να τον οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Ήταν ο 25χρονος Κύπριος φοιτητής της Νομικής, Μάριος Γεωργίου. Όλα έδειχναν ότι ήταν ο δολοφόνος της γυναίκας. Η εικόνα φαινόταν ξεκάθαρη.
Ο νεαρός επέμενε ότι δεν θυμόταν τίποτα. Αλλά πώς γίνεται ένας άνθρωπος να βρίσκεται μέσα σε ένα σπίτι όπου έχει διαπραχθεί ένα τόσο άγριο έγκλημα και να μην μπορεί να θυμηθεί πώς βρέθηκε εκεί; Μπορεί η μέθη να δημιουργήσει ένα τόσο μεγάλο κενό μνήμης; Ή μήπως κάτι άλλο είχε συμβεί;
Στο πόντκαστ ο δημοσιογράφος Σπύρος Μάλλης, ο οποίος είχε καλύψει το έγκλημα για το ραδιόφωνο του Σκάι, θυμάται τις έρευνες της Αστυνομίας, ενώ η καθηγήτρια Εγκληματολογίας Κέλλυ Ιωάννου και η κλινική ψυχολόγος Τέσσα Χριστοδούλου δίνουν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που άφησε αναπάντητα η προανάκριση.
Γυναικοκτονία στη μέση του δρόμου
Ο 39χρονος Κώστας κατευθυνόταν εκείνη την ημέρα στο δημοτικό σχολείο της κόρης του, στον Νέο Κόσμο, την οποία είχε καιρό να δει. Στην πραγματικότητα, όμως, παρακολουθούσε τη σύζυγό του που είχε εγκαταλείψει το σπιτικό τους στη Ζάκυνθο, παίρνοντας μαζί της τη μικρή, και είχε κάνει δεσμό με έναν άλλο άνδρα στην Αθήνα. Στην προσπάθειά του να την πείσει να γυρίσει κοντά του, έφυγε κι αυτός από το νησί. Νοίκιασε ένα σπίτι στο Περιστέρι και έπιασε δουλειά ως οικοδόμος.
Όταν την είδε «τυχαία» μπροστά του, άρχισε και πάλι τα παρακάλια. Όμως κατάλαβε ότι δεν είχε καμία τύχη. Η Ευσταθία είχε πάρει τις αποφάσεις της. Είχε διαγράψει κάθε σκέψη επιστροφής και του μίλησε απότομα, για να το πάρει απόφαση.
Ήταν 26 Απριλίου 1966, λίγο πριν από τις 6 το απόγευμα, όταν ο Κώστας έκανε μία ακόμη προσπάθεια επαναπροσέγγισης. Πήγε στον Νέο Κοσμο και περίμενε τη στιγμή που η Ευσταθία θα έβγαινε για να πάρει τη μικρή από το σχολείο. Την πέτυχε στην οδό Φραντζή. Την πλησίασε και άρχισε πάλι τα παρακάλια. Εκείνη, όμως, ήταν ανένδοτη. Ο Κώστας δεν έπαιρνε από λόγια. Ήταν αποφασισμένος να την πάρει μαζί του στη Ζάκυνθο. Δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι τον είχε εγκαταλείψει. Οι εμμονές του λειτουργούσαν σαν βραδύκαυστο φιτίλι.
Μιλά η καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Έφη Λαμπροπούλου, η οποία απαντά πώς ερμηνεύεται στην Εγκληματολογία η νοοτροπία «ή εγώ θα σε έχω ή κανείς».
Το μακελειό στα Ζωνιανά. Ποιος σκότωσε τον ειδικό φρουρό;
Στους πρόποδες του Ψηλορείτη, στα χωριά του Μυλοποτάμου, η λέξη «άβατο» δεν είναι απλώς ένας δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός. Για χρόνια, αποτελεί μια πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουν, αλλά ελάχιστοι τολμούν να αμφισβητήσουν. Τα όπλα είναι μέρος της καθημερινότητας. Οι μπαλοθιές μπορεί να σημαίνουν γιορτή, αλλά και προειδοποίηση. Οι φυτείες χασίς, κρυμμένες στις πλαγιές του βουνού, οι καταγγελίες για ναρκωτικά, εκβιασμούς και ζωοκλοπές και, κυρίως, η αδυναμία του κράτους να επιβληθεί έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σκηνικό. Και όσοι επιχείρησαν να το αλλάξουν, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα πολύ πιο σκληρή απ’ ό,τι φαντάζονταν.
Μέχρι που το πρωί της 5ης Νοεμβρίου του 2007, μια αυτοκινητοπομπή με δεκάδες αστυνομικούς πήρε τον ανηφορικό δρόμο προς τα Ζωνιανά, σε μια αποστολή που υποτίθεται πως θα έδειχνε ότι το κράτος ήταν αποφασισμένο να ξαναπάρει τον έλεγχο στα χέρια του. Όμως, λίγο πριν φτάσουν στην είσοδο του χωριού, τα όπλα «μίλησαν». Και ο ειδικός φρουρός Στάθης Λαζαρίδης δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του από εκείνη την επιχείρηση-φιάσκο, όπως χαρακτηρίστηκε.
Στο πόντκαστ μιλούν ο πρόεδρος των ειδικών φρουρών Κρήτης, Χρήστος Τσανακτσίδης, o οποίος ήταν ανάμεσα στα θύματα της επίθεσης των Ζωνιανών, και ο δημοσιογράφος Χάρης Λεοντάκης, που είχε καλύψει τα γεγονότα και τις εκτεταμένες έρευνες που ακολούθησαν για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha.
Ποιος σκότωσε την κόρη του βιομηχάνου;
Το ζευγάρι που πήρε το ταξί του ο οδηγός από την οδό Παπαδιαμαντοπούλου με προορισμό το Κολωνάκι τσακωνόταν έντονα σε όλη τη διαδρομή. Δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο, καθώς δεν μιλούσαν ελληνικά. Φαινόταν όμως ότι ο έντονος διάλογος, οι φωνές και οι χειρονομίες τους είχαν ερωτικό υπόβαθρο. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα το ταξί έφτασε στην οδό Κανάρη και σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία στον αριθμό 5. Η κοπέλα είπε στον οδηγό να περιμένει για λίγο, μέχρι να κλείσει πίσω της την πόρτα της εισόδου, ίσως επειδή διαισθανόταν τον κίνδυνο. Μπήκε στην πολυκατοικία, αλλά την ίδια στιγμή πετάχτηκε έξω και ο κομψός, μελαχρινός άνδρας που τη συνόδευε και την ακολούθησε στην είσοδο, προτού προλάβει να κλείσει την πόρτα. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένας πυροβολισμός σήκωσε στο πόδι όλη τη γειτονιά. Ο άγνωστος άνδρας βγήκε στον δρόμο και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Ήταν 9 Δεκεμβρίου 1963.
Η 29χρονη Τζούλια Συρεγγέλα ήταν κόρη του γνωστού βιομήχανου Γεωργίου Συρεγγέλα, ιδιοκτήτη της ΕΛΒΥΝ, της Ελληνικής Βιομηχανίας Υπολειμμάτων Νάφθης, που είχε ιδρύσει το 1936 και παρήγε ορυκτέλαια, γράσο, παραφίνη, άσφαλτο και άλλα προϊόντα. Η νεαρή γυναίκα δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή για να αποκαλύψει την ταυτότητα του ανθρώπου που την πυροβόλησε, καθώς η σφαίρα προκάλεσε διαμπερές τραύμα στο κεφάλι.
Βαγγέλης Ρωχάμης: Βίος και πολιτεία ενός δραπέτη
Στα 9 του χρόνια, το αγόρι από το Λευκαντί έδωσε τα πρώτα δείγματα γραφής, «δραπετεύοντας» από την αποθήκη του σχολείου, όπου τον είχε κλείσει η δασκάλα για τιμωρία. Ο Βαγγέλης Ρωχάμης παράτησε το σχολείο μετά τη Γ΄ Δημοτικού και αναζήτησε μεροκάματο στις οικοδομές της Χαλκίδας και αργότερα στην Αθήνα.
Στα 18 του γνώρισε τη φυλακή για 25 μέρες, επειδή δεν είχε χρήματα να εξαγοράσει την ποινή φυλάκισης 3 μηνών που του επιβλήθηκε για κλοπή μοτοποδηλάτου, την οποία ποτέ δεν παραδέχθηκε.
Από τότε οι φυλακές έγιναν το... δεύτερο σπίτι του, απ’ όπου δραπέτευε με χαρακτηριστική άνεση. Μέχρι και από το Πειθαρχείο του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων στο Χαϊδάρι δραπέτευσε, κόβοντας τα κάγκελα, για να περάσει το Πάσχα με τη γυναίκα του, την Αναστασία. Την είχε παντρευτεί στα 18 του. Απέκτησαν δυο κόρες, αλλά και δυο αγόρια που πέθαναν μωρά, γεγονός που, όπως είπε ο ίδιος, επιβάρυνε την ψυχολογική του κατάσταση.
Στον στρατό υπηρέτησε μόλις έξι μήνες ως έφεδρος υπαξιωματικός, προτού πάρει απολυτήριο για ψυχολογικούς λόγους. Δραπέτευσε και δεύτερη φορά από το Τάγμα, για να δει στο μαιευτήριο τη νεογέννητη κόρη του. Ο ίδιος μίλησε για απάνθρωπη συμπεριφορά από κάποιους βαθμοφόρους.
Τα επόμενα χρόνια ο Βαγγέλης Ρωχάμης έχτισε τον μύθο του «Πεταλούδα», όπως τον αποκάλεσαν οι εφημερίδες, λόγω των επανειλημμένων αποδράσεων από τις φυλακές.
Ένα κομμάτι της κοινωνίας τον έβλεπε με συμπάθεια. Για πολλούς ήταν ένας λαϊκός αντιήρωας που ξεγελούσε το σύστημα. Για άλλους, ένας επικίνδυνος εγκληματίας που λήστευε, έκλεβε, αντάλλασσε πυρά με αστυνομικούς, γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να εξιδανικεύεται.
Αυτή η διπλή εικόνα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή, η οποία ξετυλίγεται σε αυτό το πόντκαστ. Ο ίδιος μιλά για το σύστημα που τον «έσπρωξε» στην παρανομία, ενώ η δικηγόρος Φωτεινή Βερνέζη, που τον εκπροσώπησε σε πολλά δικαστήρια, αναλύει τον χαρακτήρα του «άλλου» Ρωχάμη.
Η ιστορία του «δράκου του Σέιχ Σου»
Ένας «δράκος» έριξε την εφιαλτική του σκιά πάνω από τη Θεσσαλονίκη τους πρώτους μήνες του 1959. Η τοπική κοινωνία, που παρακολουθούσε τρομαγμένη τις βίαιες επιθέσεις του και διπλοκλείδωνε τις πόρτες όταν έπεφτε το σκοτάδι, ήταν έτοιμη να υποδεχθεί την εξιχνίαση των εγκλημάτων του με οποιοδήποτε τίμημα. Σε καμία, ίσως, υπόθεση στα εγκληματολογικά χρονικά δεν υπάρχουν τόσες αμφιβολίες για το εάν αποδόθηκε δικαιοσύνη: ήταν πράγματι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 1968, ο «δράκος του Σέιχ Σου»;
Η υπόθεση συγκλόνισε τη χώρα και άφησε πίσω της ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας: καταδικάστηκε ο πραγματικός ένοχος ή ένας άνθρωπος που ταίριαζε στην εικόνα του «βολικού ενόχου»; Πολλοί υποστήριξαν ότι ένας φτωχός και περιθωριοποιημένος νέος που πουλούσε το κορμί του για 10-15 δραχμές ή ένα πιάτο φαΐ ήταν το εύκολο θύμα και η ιδανική περίπτωση για να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι οι πραγματικοί ένοχοι, να αποκτήσουν κύρος κάποιοι αξιωματικοί και να αποσπαστεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τη δολοφονία Λαμπράκη και τη ρευστή πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής, που έδειχνε πως οι πληγές του Εμφυλίου δεν είχαν κλείσει.
Στο πόντκαστ ακούγονται ο δικηγόρος και πρώην εισαγγελέας Κωνσταντίνος Λογοθέτης, ο οποίος έχει γράψει για την υπόθεση Παγκρατίδη στο βιβλίο του με τίτλο «Εις θάνατον τετράκις», και ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας, που ήταν παρών στην εκτέλεση του νεαρού θανατοποινίτη και μετέφερε την είδηση στη μητέρα του. Μέσα από τις μαρτυρίες και τα στοιχεία της υπόθεσης αναζητείται η αλήθεια πίσω από τον μύθο του «δράκου του Σέιχ Σου» και το ερώτημα που παραμένει ζωντανό δεκαετίες μετά: ήταν ο Αριστείδης Παγκρατίδης ο άνθρωπος που σκόρπισε τον τρόμο ή το τραγικό εξιλαστήριο θύμα μιας εποχής γεμάτης φόβο και αβεβαιότητα;
Βασίλης Λυμπέρης, o τελευταίος θανατοποινίτης
5 Ιανουαρίου 1972, Μεταμόρφωση Χαλανδρίου, λίγο μετά τις 5 τα χαράματα. Ο Αντώνης Στρογγυλούδης, καθ’ οδόν για τη δουλειά του στο Δρομοκαΐτειο, βλέπει καπνό να βγαίνει από το σπίτι όπου μένει η αδελφή της γυναίκας του, η Βασιλική, μαζί με τη μάνα και τα δυο μικρά παιδιά της, στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Τρέχει αμέσως για να δει τι συμβαίνει. Μπαίνει με το κλειδί που είναι πάνω στην πόρτα και αντικρίζει τη Βασιλική πεσμένη στο πάτωμα, με σχεδόν καθολικά εγκαύματα. Στο διπλανό δωμάτιο είναι απανθρακωμένη η 50χρονη μητέρα της Αντιγόνη Μάρκου και τα δυο παιδιά της, η Παναγιώτα 2,5 ετών και ο Γιώργος, που την επόμενη ημέρα θα συμπλήρωνε τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Το θέαμα τραγικό, του κόβει την ανάσα. Φαίνεται όμως ότι η Βασιλική είναι ακόμα ζωντανή. Με τη βοήθεια δυο γειτόνων την παίρνει στα χέρια, τη βάζει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και τη μεταφέρει στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Στο νοσοκομείο οι γιατροί δεν αποκαλύπτουν στη Βασιλική την τραγική αλήθεια. Αν και κατά διαστήματα έχει επαφή με το περιβάλλον, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει πολλή ζωή μπροστά της. Τα εγκαύματα καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και δεν θα αντέξει. Όμως, αυτές τις 20 ώρες που θα κρατηθεί στη ζωή, θα προλάβει να αποκαλύψει στη θεία της, τη μοναχή Φιλοθέη που βρίσκεται δίπλα της από την πρώτη στιγμή, τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε και ποιος κρυβόταν πίσω από αυτήν τη θηριωδία.
Στο πόντκαστ ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Νίκος Γερακάρης, ο μοναδικός εκπρόσωπος του Τύπου που κάλυψε την τελευταία εκτέλεση, θυμάται τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε στην Κρήτη, ενώ η Αποστολία Τζιβάρα, φιλόλογος και εκπαιδεύτρια ενηλίκων με εξειδίκευση στη σωφρονιστική επιστήμη, μιλά για τη θανατική ποινή.
Το έγκλημα στον Λόφο του Φιλοπάππου
Οι φωνές μιας κοπέλας που καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια αναστάτωσαν όσους έκαναν τη βόλτα τους εκείνο το βράδυ στον Λόφο του Φιλοπάππου. Η 23χρονη από την Πορτογαλία έδειχνε την άκρη ενός βράχου, στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου, όπου βρισκόταν αιμόφυρτος ο φίλος της, ο 25χρονος Νίκος Μουστάκας. Είχε πέσει από ύψος 15 μέτρων και όταν έφτασαν οι διασώστες του ΕΚΑΒ ήταν ήδη νεκρός. Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 2018 και η Αθήνα «πάγωσε» στην καρδιά του καλοκαιριού.
Μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να φωτίσει τα γεγονότα ήταν η νεαρή κοπέλα, η οποία, όταν συνήλθε από το σοκ, περιέγραψε όσα είχαν συμβεί. Μίλησε για τρεις νεαρούς άνδρες που πλησίασαν το ζευγάρι με πρόσχημα ότι ήθελαν φωτιά. Αν και απομακρύνθηκαν αρχικά, επέστρεψαν λίγο αργότερα. Ο ένας ακινητοποίησε την κοπέλα, ενώ οι άλλοι δύο πλησίασαν τον Νίκο με σκοπό να τον ληστέψουν.
Η κοπέλα δεν είδε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Άκουσε μόνο τον Νίκο να προσπαθεί να τους πείσει να φύγουν, παίρνοντας το κινητό της και τα 60 ευρώ που είχε μαζί της. Τις στιγμές εκείνες προσπάθησε να προστατεύσει τόσο τον εαυτό του όσο και τη φίλη του, όμως η κατάσταση εξελίχθηκε τραγικά. Το αν τον έσπρωξαν ή αν έπεσε προσπαθώντας να ξεφύγει δεν έγινε αμέσως γνωστό. Το μόνο βέβαιο ήταν πως μια ληστεία είχε οδηγήσει σε έναν τραγικό θάνατο και ο Λόφος του Φιλοπάππου είχε μετατραπεί σε σκηνή εγκλήματος.
Στο πόντκαστ η δημοσιογράφος Κάτια Νιάκαρη θυμάται πώς η Αστυνομία βρέθηκε στα ίχνη των δραστών και μιλά για το ποινικό τους παρελθόν, ενώ η Ελένη Λαζάρου, η Άννα Λίτινα και η Ντίνα Τσουκαλά θυμούνται χαρακτηριστικές στιγμές από την εκδίκαση της υπόθεσης στα Δικαστήρια Ανηλίκων και στο Μικτό Ορκωτό Αθηνών.
Η διπλή γυναικοκτονία στο «Σωτηρία»
Ο Βασίλης και η Δέσποινα παντρεύτηκαν πολύ μικροί. Αυτός ήταν 21 χρόνων, με βασανισμένα παιδικά χρόνια, λόγω της βάναυσης συμπεριφοράς των γονιών του, ενώ εκείνη μόλις είχε κλείσει τα 16 – βιαζόταν να μεγαλώσει και να ξεφύγει από τους γονείς της. Ο Βασίλης είχε ανάγκη από ζεστασιά, που κανείς δεν του είχε προσφέρει έως τότε, εκτός από τον παππού του, και αυτός για ένα μικρό χρονικό διάστημα που ήταν κοντά του. Ο γάμος φαινόταν να είναι το απάγκιο του, εκεί όπου θα έβρισκε αγάπη, γαλήνη και στοργή, μακριά απ’ αυτούς που του είχαν κολλήσει τη ρετσινιά του «τρελού», λόγω της παλαιότερης νοσηλείας του σε ψυχιατρικό ίδρυμα και του πρόωρου απολυτηρίου από τον στρατό, εξαιτίας αυτών των ψυχολογικών θεμάτων. Πίστευε ότι κάπου υπήρχε ένας άνθρωπος να καλύψει όλα τα κενά, να διορθώσει όλα όσα προηγήθηκαν. Και αυτός ο άνθρωπος ήταν η Δέσποινα.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών τους, οι δύο νέοι ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας. Λίγους μήνες αργότερα, ο Βασίλης πήρε τη Δέσποινα κι έφυγαν για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στη μια πλευρά του Ατλαντικού. Κάποια δουλειά θα έβρισκαν, αφού στην Αθήνα δεν είχαν και τις καλύτερες προοπτικές. Δουλειές του ποδαριού έκανε ο Βασίλης, ένα άγουρο κορίτσι ήταν η Δέσποινα. Τα δύο αγοράκια που ήρθαν γρήγορα στη ζωή τους δεν συμπλήρωσαν την ευτυχία τους. Η Δέσποινα ασφυκτιούσε στην Αμερική, της έλειπαν η οικογένεια και οι φίλοι της. Αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, χωρίς καν να τον ρωτήσει. Ο Βασίλης δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήθελε να τη χάσει, κι έτσι την ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Το ζευγάρι, που περνούσε δύσκολα οικονομικά, εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της μητέρας του Βασίλη, στου Ζωγράφου. Η γυναίκα, νιώθοντας ίσως τύψεις, προσπάθησε να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος. Αλλά και ο πατριός του έδειξε πρόθυμος να τον βοηθήσει να φτιάξει τη ζωή του στην Αθήνα. Ως πρώτο βήμα, τού παραχώρησε το ταξί του για να κάνει μεροκάματα και να συντηρήσει την οικογένειά του. Όλα έδειχναν ιδανικά. Αλλά όχι για πολύ…
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Κώστας Κυριακόπουλος, που είχε καλύψει το έγκλημα για την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», και Κατερίνα Μαστραντωνάκη, που είχε βρεθεί στο «Σωτηρία» με την κάμερα του Star. Επίσης η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάσια Σκαμπαρδώνη αναλύει το ψυχολογικό προφίλ του δράστη και συνδέει το έγκλημα με το σήμερα.
1999: Οι λεωφορειοπειρατείες που συγκλόνισαν την Ελλάδα
Καλοκαίρι του 1999. Η Ελλάδα ζει στον ρυθμό του Χρηματιστηρίου, των ευρωεκλογών όπως και της προ-ολυμπιακής εποχής της ευμάρειας. Όμως μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, δύο λεωφορειοπειρατείες θα δοκιμάσουν τις αντοχές της Ελληνικής Αστυνομίας και θα καθηλώσουν μπροστά στις οθόνες τους εκατομμύρια τηλεθεατές. Οι πρωταγωνιστές ήταν δύο Αλβανοί μετανάστες. Ένας 25χρονος που είχε αδικηθεί, κατά τα λεγόμενά του, από την ελληνική δικαιοσύνη και ήθελε να αποκαταστήσει την τιμή του, και ένας 33χρονος, ο οποίος ήθελε να καταγγείλει τους αστυνομικούς, που, όπως υποστήριζε, του πήραν τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τον κακοποίησαν. Ήταν δυο υποθέσεις-καρμπόν, που εξελίχθηκαν σε θρίλερ και μάλιστα σε ζωντανή σύνδεση, και τελείωσαν με αίμα. Η πρώτη επί αλβανικού εδάφους με θύμα, εκτός του πειρατή, τον 28χρονο Γιώργο Κουλούρη και η δεύτερη, έξω από τη Φλώρινα, με την εξουδετέρωση του δράστη.
Οι δύο λεωφορειοπειρατείες του 1999 αποτέλεσαν σημείο καμπής για τη διαχείριση των ομηριών στην Ελλάδα. Η πρώτη έμεινε στη μνήμη ως μια τραγωδία που μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα. Η δεύτερη ως μια επιχείρηση που έδειξε πόσο σημαντικός είναι ο συντονισμός, η διαπραγμάτευση και η ψυχραιμία σε κρίσιμες καταστάσεις. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2002, για να δημιουργηθεί Ομάδα Διαπραγματευτών Ομηριών και Κρίσεων στην Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Μανής, που είχε καλύψει τις λεωφορειοπειρατείες για τον τηλεοπτικό σταθμό Μega, και Δήμητρα Τζιότζιου, που δούλευε για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha. Ακούγονται, επίσης, οι επιβάτες να περιγράφουν τον εφιάλτη που έζησαν όλες εκείνες τις ώρες.
Το έγκλημα που ενέπνευσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο
Η γυναίκα που μπήκε το πρωί εκείνης της Κυριακής των Βαΐων στον Σταθμό Χωροφυλακής της Πλαταριάς Θεσπρωτίας είχε περπατήσει οκτώ χιλιόμετρα από το σπίτι της στο Πολυνέρι για να δηλώσει την εξαφάνιση του κουνιάδου της, του 45χρονου Χαρίση. Πήγαιναν δέκα μέρες που δεν είχε δώσει σημεία ζωής και φοβόταν ότι κάτι κακό τού είχε συμβεί. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε χαθεί από προσώπου γης με τη θέλησή του, δεν είχε λόγο. Οι άνδρες της Χωροφυλακής, που ανέλαβαν την υπόθεση, κάλεσαν για κατάθεση τη σύζυγο του εξαφανισμένου άνδρα. Εκείνη δεν φάνηκε να ανησυχεί. Υποστήριξε ότι ο Χαρίσης είχε φύγει και πάλι μετανάστης στη Γερμανία, όπως είχε κάνει κι άλλες φορές τα προηγούμενα χρόνια. Μάλιστα, έδειξε στους χωροφύλακες γράμμα που είχε ταχυδρομηθεί από τα Ιωάννινα, στο οποίο ο σύζυγός της έγραφε ότι θα περνούσε πρώτα από την Αθήνα για να τακτοποιήσει τις τελευταίες εκκρεμότητες προτού αναχωρήσει για το εξωτερικό.
Στο ημιορεινό χωριό της Θεσπρωτίας, σε μια περιοχή που εκείνη την εποχή μάστιζαν η φτώχεια και η μετανάστευση, ζούσαν λιγότεροι από εκατό κάτοικοι, καθώς οι περισσότεροι νέοι είχαν αναζητήσει καλύτερη τύχη στις πόλεις ή στη Γερμανία. Όλα, λοιπόν, έμοιαζαν φυσιολογικά, τουλάχιστον στην αρχή. Ωστόσο, οι έρευνες αποκάλυπταν σταδιακά στοιχεία που δεν ταίριαζαν με το σενάριο της μετανάστευσης. Ο Χαρίσης είχε επιστρέψει μόλις πριν από επτά μήνες από τη Γερμανία, είχε χτίσει νέο σπίτι και είχε ανοίξει μπακάλικο-καφενείο στο χωριό, ενώ λίγο προτού εξαφανιστεί είχε εξοφλήσει ένα σημαντικό χρέος, και δεν είχε σηκώσει τα χρήματα που θα χρειαζόταν για ένα νέο ταξίδι στο εξωτερικό.
Στο πόντκαστ, ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάνος Κουκίδης αναλύει τα χαρακτηριστικά της πολύκροτης υπόθεσης, φωτίζοντας το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της Ελλάδας του 1968, ενώ εξηγεί γιατί το έγκλημα στο Πολυνέρι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ταινία «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Το τροχαίο που οδήγησε σε συμβόλαιο θανάτου
Το «κλίμα» στο Ζάρκο Τρικάλων δεν «σήκωνε» τον 23χρονο Γιάννη από εκείνο το μουντό πρωινό που παρέσυρε με το αυτοκίνητό του και τραυμάτισε θανάσιμα έναν 17χρονο συγχωριανό του, την ώρα που πήγαιναν και οι δυο για δουλειά. Μέρα με τη μέρα ένιωθε να πνίγεται, όχι μόνο από τις τύψεις του, επειδή είχε στερήσει τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, αλλά, πολύ περισσότερο, λόγω της συμπεριφοράς της οικογένειάς του, που σε κάθε ευκαιρία εκτόξευε κατάρες και απειλές εναντίον του.
Σε κάθε μικρή κοινωνία, ένας τέτοιος θάνατος δεν μένει ποτέ απλώς ένα δυστύχημα. Για την οικογένεια του Στέφανου δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για τον οδηγό. Το παιδί τους είχε χαθεί, και κάποιος έπρεπε να πληρώσει. Έως το μοιραίο πρωινό τίποτα δεν χώριζε τις δυο οικογένειες, ούτε και τις ένωνε όμως. Μια καλημέρα είχαν, όπως και με όλους στο Ζάρκο των 1.500 κατοίκων. Όμως, μετά το δυστύχημα, όλα άλλαξαν. Όσο περνούσε ο καιρός και ο νεαρός οδηγός κυκλοφορούσε ελεύθερος μέχρι να γίνει η δίκη –αφού η κατηγορία που αντιμετώπιζε ήταν σε βαθμό πλημμελήματος–, το μίσος «πότιζε» την οικογένεια του Στέφανου, που δεν μπορούσε να αντέξει τον χαμό του. Ένα μίσος που έγινε ανεξέλεγκτο, όταν ο Γιάννης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών με αναστολή για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Γαρουφαλιάς, ανταποκριτής, τότε, του τηλεοπτικού σταθμού Αlter στη Θεσσαλία, και Βαγγέλης Ρηγόπουλος, ο οποίος είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας. Ακόμη, ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Διονύσης Χιόνης, υπεύθυνος επιστημονικών εκδόσεων και θεσμικής δικτύωσης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, αναλύει τα χαρακτηριστικά του «συμβολαίου» θανάτου που υπογράφηκε με αίμα.
Το κορίτσι με το τατουάζ και το φονικό στο παιδικό δωμάτιο
Η Λιούμπα ήταν μια 15χρονη κοπέλα, που είχε έρθει με τους γονείς και τον ετεροθαλή αδερφό της από την Τασκένδη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι τα έντεκα. Κουβαλούσε τη δική της εφηβική μοναξιά –ιδιαίτερα από όταν οι γονείς της χώρισαν– και την ανάγκη να ανήκει κάπου. Ήταν ένα παιδί που ήθελε να μεγαλώσει γρήγορα. Να ζήσει ελεύθερα και να ξεφύγει από όσα αισθανόταν ότι την περιόριζαν. Η μητέρα της, η 42χρονη Βαλεντίνα, κουβαλούσε από την πλευρά της τη διάλυση του γάμου της, την οικονομική ανασφάλεια, την αίσθηση της αποτυχίας αλλά και την απομόνωση σε μια χώρα που ουσιαστικά ήταν ξένη για εκείνη. Δύο άνθρωποι κατοικούν μέσα στο ίδιο σπίτι. Και όμως, βρίσκονται τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο. Τα ψυχολογικά προβλήματα της γυναίκας έγιναν εντονότερα από τότε που χώρισε από τον άντρα της και ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι έχανε τον έλεγχο με τη Λιούμπα. Εγκλωβισμένη σε αυτό το αδιέξοδο, πήρε τη χειρότερη και πιο αποτρόπαια απόφαση.
Σε αυτό το επεισόδιο, ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ανασυνθέτει βήμα προς βήμα το χρονικό της υπόθεσης μέσα από τη δικογραφία, τις μαρτυρίες και τα δικαστικά πρακτικά. Ο δημοσιογράφος Θάνος Σωτήρης, που κάλυψε την υπόθεση, μεταφέρει το κλίμα των ημερών, ενώ η ψυχοθεραπεύτρια Ιωάννα Κωνσταντινίδου εξηγεί πώς η ψυχική κατάρρευση, οι προβολές ενός γονέα στο παιδί και η έλλειψη έγκαιρης παρέμβασης μπορούν να οδηγήσουν σε μια αδιανόητη τραγωδία. Μια ιστορία που υπενθυμίζει ότι ενός οικογενειακού εγκλήματος προηγείται σχεδόν πάντα μια μακρά περίοδος σιωπής, την οποία κανείς δεν καταφέρνει να ακούσει εγκαίρως.
Ο «Σφαγέας των Τρικάλων» και ο ματωμένος καύσωνας του ’81
Ιούνιος 1981. Εν μέσω πρωτοφανούς καύσωνα που πλήττει τη χώρα, το ήσυχο χωριό Παλαιομονάστηρο Τρικάλων μετατρέπεται σε σκηνικό απόλυτου τρόμου. Ο Σπύρος Σταρίδας, ένας οικοδόμος και οικογενειάρχης, αγαπητός στην τοπική κοινωνία, επιστρέφει ένα βράδυ από το καφενείο. Όλοι γνωρίζουν το βεβαρημένο ιστορικό του –είχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα–, όμως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την καταστροφή που έρχεται. Έχοντας διακόψει κρυφά τη φαρμακευτική του αγωγή για δεκαεννιά μήνες και υπό την επήρεια αλκοόλ, χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα, και βυθίζεται σε παραλήρημα.
Κρατώντας μια επαναληπτική καραμπίνα –δώρο της αδελφής του από τον Καναδά, που η Χωροφυλακή δεν του αφαίρεσε ποτέ– ξεκινά ένα εφιαλτικό οδοιπορικό θανάτου που θα διαρκέσει λιγότερο από μία ώρα. Μέσα σε απόλυτο αμόκ, εκτελεί εν ψυχρώ τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα, τον θείο, τη θεία, έναν γείτονα και, τελικά, την ίδια του τη σύζυγο – η μητέρα του υπέκυψε στα τραύματά της την επόμενη ημέρα. Από το μακελειό των 18 πυροβολισμών γλιτώνουν θαυματουργά μόνο τα δύο ανήλικα παιδιά του, στα οποία ο ίδιος χαρίζει τη ζωή προτού στρέψει το όπλο στον εαυτό του.
Σε αυτό το επεισόδιο, ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ξετυλίγει το χρονικό της πιο αιματοβαμμένης νύχτας στα χρονικά της ελληνικής Εγκληματολογίας. Με τη συνδρομή του αστυνομικού ρεπόρτερ Πάνου Σόμπολου, που κάλυψε τότε τα γεγονότα, της καθηγήτριας Εγκληματολογίας Κέλλυς Ιωάννου και της ψυχολόγου-εγκληματολόγου Ιωάννας Σκλιάμη, αναλύουμε τα σκοτεινά αίτια της τραγωδίας. Παράλληλα, φωτίζουμε τις τεράστιες θεσμικές ευθύνες γύρω από την οπλοκατοχή και την ανύπαρκτη κρατική μέριμνα για την ψυχική υγεία, σε μια υπόθεση τηςοποίας η δικαστική δικογραφία έκλεισε βιαστικά μέσα σε μόλις μία ώρα.
Τα φονικά, οι αποδράσεις και το βίαιο τέλος του Χάρη Τεμπερεκίδη
Η ληστεία της Αγροτικής Τράπεζας στην Κλειτορία Καλαβρύτων, τον Φεβρουάριο του 1999, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αστυνομικές επιχειρήσεις της εποχής. Τέσσερις ένοπλοι λήστεψαν το υποκατάστημα και διέφυγαν προς τα χιονισμένα βουνά της Αχαΐας και της Κορινθίας, πυρπολώντας δύο αυτοκίνητα για να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η ισχυρή αστυνομική κινητοποίηση οδήγησαν σε πολυήμερη καταδίωξη, με τη συμμετοχή της ΕΚΑΜ, ελικοπτέρου και εκατοντάδων αστυνομικών.
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ήταν ο Χάρης Τεμπερεκίδης, ένας από τους ληστές, με μακρά διαδρομή στην παρανομία. Γεννημένος στην Πολωνία από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, μεγάλωσε στα Γιαννιτσά και από την εφηβεία του βρέθηκε σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Σε ηλικία μόλις 18 ετών καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία του επιχειρηματία Σίμου Ιωαννίδη στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια ληστείας. Στα χρόνια που ακολούθησαν απέδρασε τρεις φορές από φυλακές και νοσοκομεία, ενώ έγινε γνωστός τόσο για τη δράση του στον χώρο του κοινού εγκλήματος όσο και για τη συμμετοχή του σε κινητοποιήσεις υπέρ των δικαιωμάτων των κρατουμένων.
Τρεις ημέρες μετά τη ληστεία, οι αστυνομικοί εντόπισαν τους δράστες κοντά στην Καστανιά Κορινθίας και ακολούθησε σφοδρή ανταλλαγή πυροβολισμών. Ο Τεμπερεκίδης τραυματίστηκε θανάσιμα και υπέκυψε λίγο αργότερα, ενώ ένας ακόμη συνεργός του βρέθηκε νεκρός από τραύματα και υποθερμία. Οι δύο τελευταίοι ληστές συνελήφθησαν έπειτα από πολυήμερες έρευνες στα χιονισμένα βουνά.
Το podcast του Νίκου Τσέφλιου ανασυνθέτει την υπόθεση μέσα από αρχειακό υλικό, μαρτυρίες αυτοπτών, ηχητικά ντοκουμέντα της αστυνομικής επιχείρησης και τη συμβολή του δημοσιογράφου Άκη Γκάτζιου, φωτίζοντας τόσο τη θεαματική καταδίωξη όσο και τη σύνθετη προσωπικότητα του Χάρη Τεμπερεκίδη, μιας αμφιλεγόμενης μορφής που άφησε έντονο αποτύπωμα στην ελληνική εγκληματική ιστορία.
Ο «Λύκος του Υμηττού» και το έγκλημα στη στάνη
Μια ζεστή νύχτα του Αυγούστου του 1963 η ησυχία στο στρατόπεδο της Αεροπορίας πάνω από το δάσος της Καισαριανής διακόπηκε από τις απελπισμένες φωνές ενός κτηνοτρόφου. Ο άνδρας έφτασε αλλόφρων στην πύλη και ενημέρωσε ότι στη στάνη του, στον Υμηττό, είχαν πέσει πυροβολισμοί. Ο διοικητής του στρατοπέδου, συνοδευόμενος από τρεις σμηνίτες, ακολούθησε τον δρόμο προς το μαντρί. Το θέαμα που αντίκρισαν έμοιαζε βγαλμένο από θρίλερ: ο 45χρονος κτηνοτρόφος Ξενοφών Σιώκος κειτόταν νεκρός έξω από την καλύβα του και λίγα μέτρα πιο πέρα βρισκόταν το άψυχο σώμα μιας γυναίκας.
Οι έρευνες της Χωροφυλακής αποκάλυψαν ότι η άγνωστη ήταν η 39χρονη Λέλα Κοφινά, χήρα και μητέρα ενός ανάπηρου παιδιού. Τίποτα δεν είχε αφαιρεθεί από τα θύματα, γεγονός που απομάκρυνε το ενδεχόμενο της ληστείας. Η υπόθεση έμοιαζε με γρίφο, μέχρι που οι Αρχές εντόπισαν στον τόπο του εγκλήματος μια ανυπόγραφη συναλλαγματική που οδήγησε στον 42χρονο Πολυζώη, υπάλληλο της ΔΕΗ, οικοδόμο και εκκλησιαστικό επίτροπο, ο οποίος είχε οικονομικές διαφορές τόσο με την Κοφινά όσο και με τα αδέλφια Σιώκου.
Η έρευνα αποκάλυψε ένα καλά οργανωμένο εγκληματικό σχέδιο. Ο Πολυζώης παρέσυρε τη γυναίκα στον Υμηττό με το πρόσχημα μιας οικονομικής διευθέτησης και στη συνέχεια εκτέλεσε εκείνη και τον Ξενοφώντα Σιώκο με καραμπίνα. Παρά τις προσπάθειές του να παρουσιάσει το διπλό φονικό ως ατύχημα, τα στοιχεία, οι μαρτυρίες και η ομολογία του οδήγησαν στην καταδίκη του. Το 1964 κρίθηκε ένοχος για το έγκλημα και καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Τέσσερα χρόνια αργότερα εκτελέστηκε, περνώντας στην εγκληματολογική ιστορία ως ο «Λύκος του Υμηττού».
Στο πόντκαστ ο δρ Εγκληματολογίας και δικηγόρος Παναγιώτης Παπαϊωάννου αναλύει τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος και μιλά για τα «όπλα» της Αστυνομίας εκείνα τα χρόνια. Παράλληλα, σχολιάζει τους τίτλους των εφημερίδων της εποχής και την κατάργηση της θανατικής ποινής.
Ο «φαντομάς» αρχαιοκάπηλος και το έγκλημα στο Λαύριο
Για περισσότερα από τριάντα χρόνια, ένας άνθρωπος κατάφερε να μετατρέψει την αρχαιοκαπηλία σε μια εγκληματική δραστηριότητα την οποία διέκρινε η αυστηρή μέθοδος μιας σκοτεινής επιστήμης, οργάνωσε μεθοδικά τη δράση του και έχτισε γύρω από το όνομά του έναν πραγματικό θρύλο. Ήξερε καλά από μεταμφιέσεις. Χρησιμοποιούσε πλαστά διαβατήρια. Κινούνταν με άνεση στα διεθνή κυκλώματα του εγκλήματος. Στα χρόνια που δραστηριοποιήθηκε έκλεψε εικόνες και λεηλάτησε αρχαία ανεκτίμητης αξίας. Όλα αυτά συνέθεσαν το σκοτεινό παζλ της πορείας του. Ήταν ο Στέφαν Γκέρικε, ο άνθρωπος που οι ελληνικές αρχές αποκαλούσαν πολύ χαρακτηριστικά «ο αρχαιοκάπηλος με τα χίλια πρόσωπα».
Η σπείρα του, εκτός από τη λεηλασία αρχαίων θησαυρών και πολύτιμων κειμηλίων, φέρεται να κρυβόταν και πίσω από ένα στυγνό έγκλημα που συγκλόνισε την κοινή γνώμη την άνοιξη του 1978, φέρνοντας στο επίκεντρο των ερευνών της αστυνομίας τις πολυδαίδαλες και σκοτεινές στοές των μεταλλείων του Λαυρίου. Πρόκειται για μια υπόθεση μυστηριώδη, με εξαφανίσεις μεταλλωρύχων, φονικά, πτώματα χαμένα στα βαθιά φρέατα της περιοχής.
Η δράση του γεννημένου στην Ινδονησία Γερμανού αρχαιοκάπηλου, που συνελήφθη πέντε φορές, απέδρασε κι ύστερα χάθηκαν τα ίχνη του, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον σκηνοθέτη Κώστα Λυχναρά, οδηγώντας τον στη δημιουργία της τηλεοπτικής σειράς με τίτλο «Ιερόσυλοι», η οποία προβλήθηκε πέντε χρόνια μετά τα γεγονότα του Λαυρίου. Πρωταγωνιστές ήταν ο Θάνος Λειβαδίτης και ο Δημήτρης Μυράτ, που μετέφεραν στη μικρή οθόνη την ατμόσφαιρα της υπόθεσης.
Στο πόντκαστ μιλούν ο ιδιωτικός ερευνητής Γιώργος Τσούκαλης, επί χρόνια πολέμιος των κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας, καθώς και ο δημοσιογράφος Κώστας Κυριακόπουλος, ο οποίος παρακολούθησε στενά και κάλυψε τη δράση του Στέφαν Γκέρικε για λογαριασμό της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία».
Άιντε, κάντε όλοι στην μπάντα, να βγει ο «Σαλονικιός»
Όταν έπεφτε το σκοτάδι στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η σκιά ενός ψηλού αδύνατου άνδρα «φούσκωνε» περισσότερο από τις άλλες. Στους άγραφους νόμους που μετρούν την παλικαριά σε μιλιμέτρ, ο Γιάννης Γκουλιόβας, ο «Σαλονικιός», όπως τον ήξεραν όλοι στη νύχτα, έχτισε γρήγορα τον μύθο του ως νταής και νταβατζής. Δεν δίσταζε να τραβήξει όπλο ή απλώς να το αφήσει πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο ποτό του, στέλνοντας «μήνυμα» στους επιχειρηματίες και τους θαμώνες των νυχτερινών κέντρων για το ποιος κάνει κουμάντο. Είχε υπό την «προστασία» του δεκάδες μαγαζιά αλλά και εργάτριες του σεξ, από τις οποίες έπαιρνε με το έτσι θέλω τις εισπράξεις. Στους εκβιασμούς του είχε υποκύψει ακόμη και η «ζυμωμένη» στη νύχτα τραγουδίστρια Μπέμπα Μπλανς. Όμως η απληστία και η ψευδαίσθηση ότι ήταν άτρωτος ήταν τα μοιραία λάθη του που τον οδήγησαν στο προδιαγραμμένο τέλος, προτού κλείσει τα 30 του χρόνια.
Στο πόντκαστ μιλούν ο δημοσιογράφος Γιάννης Κανελλάκης, που ως νεαρός ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» είχε καλύψει τον επεισοδιακό του θάνατο, και η καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Έφη Λαμπροπούλου.
Η επιχείρηση «Ασπιρίνη» και το μακελειό στο Υγεία
Ο Παύλος Κερεμίδης ήταν κακοποιός παλιάς... κοπής. Δραπέτης και ποιητής, έμπορος ναρκωτικών και επαναστάτης, ληστής και λάτρης του ωραίου φύλου. Έως τη στιγμή που το όνομά του είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το ποινικό του μητρώο δεν περιείχε τρομερά πράγματα. Αρίστευσε, ωστόσο, στο «σχολείο της φυλακής». Και έκτοτε πήρε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή.
Αποδράσεις, ληστείες τραπεζών, απαγωγή, ανταλλαγή πυρών με αστυνομικούς να πέφτουν νεκροί και πολλά άλλα συνέθεσαν το προφίλ ενός κακοποιού που η Αστυνομία χαρακτήριζε ως έναν από τους πλέον επικίνδυνους. Αυτή είναι η ιστορία του Δραμινού Παύλου Κερεμίδη, ενός ανθρώπου που φλέρταρε με τον θάνατο με την ίδια ζέση που διάβαζε Σεφέρη και Καρυωτάκη. Μια ιστορία, στην οποία έπαιξε ρόλο και η γνωστή παρουσιάστρια της τηλεόρασης Ελένη Μενεγάκη.
Στο πόντκαστ μιλούν ο αστυνομικός συντάκτης της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» Γιώργος Μαρνέλλος, που κάλυψε την επιχείρηση «Ασπιρίνη» στην Κρήτη, και οι δημοσιογράφοι Θεοδώρα Θεοδωρουλάκη και Σπύρος Κουντούρης, οι οποίοι κάλυψαν το μακελειό στο θεραπευτήριο «Υγεία» για το StarChannel και την εφημερίδα «Έθνος» αντίστοιχα. Ακούγονται, επίσης, η Ελένη Μενεγάκη και ο Πάνος Σόμπολος να σχολιάζουν την «εμπλοκή» της παρουσιάστριας στην υπόθεση Κερεμίδη.
Του ζήτησε να χωρίσουν. Λίγες ώρες μετά, σκότωσε τα παιδιά της.
Καθηλωμένη στο κρεβάτι του «Ερυθρού Σταυρού», με ανοιχτές πληγές και κατάγματα, η Στέλλα δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν ζωντανή. Δεν θυμόταν και πολλά πράγματα από εκείνο το ξημέρωμα. Μόνο τον Δημήτρη να την πιάνει από τον λαιμό μέσα στον βαθύ της ύπνο, να τη σέρνει μέχρι το μπαλκόνι, να την πετάει στον ακάλυπτο και να την πυροβολεί. Του είχε πει να χωρίσουν μετά από μια σχέση δύο ετών, που στην αρχή ήταν όμορφη, αλλά κατέληξε προβληματική, γεμάτη εντάσεις και ζήλια, αλλά δεν περίμενε ότι θα έφτανε μέχρι εκεί – την απόπειρα να τη σκοτώσει. Μόνο η σκέψη των παιδιών της τής έδινε κουράγιο να παλέψει για να ξανασταθεί στα πόδια της. Όμως πού ήταν η Ιωάννα και ο Λευτέρης; Γιατί δεν πήγαιναν να τη δουν; Εκείνες τις ώρες την προστάτευε ένα ψέμα, ότι δεν θα τους έκανε καλό να τη δουν σε αυτή την κατάσταση...
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Μάνος Τσαγκαράκης και Μαρία Γεώργαρη που είχαν καλύψει αυτή την τραγωδία στη Νέα Σμύρνη, καθώς και η Μάρθα Λεμπέση, κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος και διευθύντρια του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος.
Τζόγος, απελπισία και τρεις νεκροί στην Αγία Παρασκευή
Όλη τη νύχτα έμεινε ξάγρυπνος στην κουζίνα. Κάπνισε πάνω από δύο πακέτα – «βουνό» τα αποτσίγαρα στο τασάκι. Θόλωνε όλο και περισσότερο όσο στριφογυρνούσαν στο μυαλό του τα λόγια της γυναίκας και των παιδιών του, λίγο πριν πάνε για ύπνο, σαν «τελεσίγραφο» που θα έληγε με το πρώτο φως της ημέρας: «Σταμάτα να χαρτοπαίζεις, να πίνεις και να ξενυχτάς, αλλιώς θα σε παρατήσουμε και θα σηκωθούμε να φύγουμε!». Από μπροστά του περνούσαν με ταχύτητα οι έντονες σκηνές που διαδραματίζονταν σχεδόν καθημερινά μέσα στο σπίτι, οι λογομαχίες και οι άγριοι τσακωμοί τους εξαιτίας του ακατανίκητου πάθους του. Τους είχε υποσχεθεί ότι θα άλλαζε ζωή. Ότι θα γυρνούσε την πλάτη σε αυτά που «δηλητηρίασαν» τις σχέσεις τους, που του στέρησαν την οικογενειακή ευτυχία και τον απομάκρυναν για ένα μεγάλο διάστημα από κοντά τους. Δεν κατάφερε να κρατήσει την υπόσχεσή του. Και με το πρώτο φως της ημέρας πήρε την πιο σκληρή απόφαση.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Σπύρος Μάλλης, που κάλυπτε το αστυνομικό ρεπορτάζ για το ραδιόφωνο του Σκάι, και Νίκος Κουντούρης, που βρέθηκε στην Αγία Παρασκευή για λογαριασμό της ΕΡΤ, καθώς και η ψυχολόγος-εγκληματολόγος Βάνα Παπακίτσου.
Η απόδραση των «11» και το οδοιπορικό του τρόμου
Η αιματηρή απόδραση έντεκα Αλβανών βαρυποινιτών από τις φυλακές Τρικάλων, στις 22 Μαρτίου 2013, θα αποτελούσε απλώς άλλη μια «μαχαιριά» στο γόητρο του υπουργείου Δικαιοσύνης και του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας μας, εάν δεν είχε τόσο τραγικές «παρενέργειες». Οι δραπέτες, αφού χωρίστηκαν σε μικρές ομάδες για να μην δίνουν στόχο και να μπορέσουν να ξεγλιστρήσουν από τα αστυνομικά μπλόκα, διέσχισαν τη μισή Ελλάδα, κατεβαίνοντας αρχικά προς την Αθήνα, και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς την πατρίδα τους μέσα από τα ορεινά μονοπάτια της Πίνδου χωρίς να διστάσουν να σκοτώσουν δυο ανθρώπους που βρέθηκαν στον δρόμο τους. Την 25χρονη ξενοδοχοϋπάλληλο Κατερίνα Ζώγαλη, που ήταν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, και τον 37χρονο υπαρχιφύλακα Γιώργο Ανδριτσόπουλο, σε μια επιχείρηση-φιάσκο κοντά στο Δίστομο.
Στο πόντκαστ μιλά ο δημοσιογράφος του AlphaΧρήστος Σαμαράς, που είχε καλύψει την αιματηρή δράση των δραπετών. Επίσης, ακούγονται ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εξωτερικών Φρουρών, ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Τρικάλων, ο Αντώνης Ρουπακιώτης, υπουργός Δικαιοσύνης τον καιρό της ομαδικής απόδρασης, ένας καταστηματάρχης που είχε πέσει θύμα των κακοποιών και κάτοικοι των χωριών απ’ όπου πέρασαν καταδιωκόμενοι από αποσπάσματα της ΕΚΑΜ.
Μακελειό στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Μια ευχάριστη αναστάτωση επικρατούσε εκείνη την ημέρα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο Ηράκλειο. Οι φοιτητές, αλλά και καθηγητές από ιδρύματα όλης της χώρας, περίμεναν πώς και πώς τη διάλεξη δύο κορυφαίων στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε μια εποχή που η πληροφορική ήταν λέξη γνωστή σε λίγους. Ο ένας ήταν ο 39χρονος Βασίλης Ξανθόπουλος, καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Φυσικής και ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Αστροφυσικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, με θητεία σε αμερικανικά πανεπιστήμια (Μοντάνα, Σίρακιουζ, Χάρβαρντ και Σικάγο), στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ της Γερμανίας και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ο δεύτερος ήταν ο 33χρονος Στέφανος Πνευματικός, με εξίσου λαμπρές περγαμηνές, διευθυντής του Τομέα Υπολογιστικής Φυσικής στο Ερευνητικό Κέντρο Κρήτης. Το κοινό στο αμφιθέατρο του ιδρύματος ρουφούσε κάθε λέξη των δύο πανεπιστημιακών κατά τη διάρκεια του δίωρου σεμιναρίου.
Μόλις τελείωσε το επιδοτούμενο σεμινάριο, οι φοιτητές κατέβηκαν στην αίθουσα των τερματικών του Ερευνητικού Κέντρου, όπου θα συνεχιζόταν το μάθημα. Μόνο ένας δεν τους ακολούθησε. Ήταν ο Γιώργος Πετροδασκαλάκης, ένας 32χρονος μεταπτυχιακός φοιτητής, με πρόωρα ασπρισμένα μαλλιά, αραιωμένα μπροστά και κουρεμένα σχεδόν γουλί, ο οποίος βγήκε από το κτίριο και κατευθύνθηκε στο πάρκινγκ, όπου είχε αφήσει το αυτοκίνητό του. Φόρεσε την καμπαρντίνα του για να κρύψει την καινούργια επαναληπτική καραμπίνα που πήρε στα χέρια και επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά.
Στο πόντκαστ μιλούν η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Πατρίς» του Ηρακλείου, Άννα Παπαδοκωστάκη, ο δημοσιογράφος Γιώργος Κούσουλας, που είχε καλύψει το μακελειό ως απεσταλμένος της εφημερίδας «Απογευματινή» από την Αθήνα, καθώς και η δικαστική ψυχολόγος Έρη Ιωαννίδου, διδάσκουσα στο Hellenic American University και επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος.
Το σκοτεινό μυστικό στο χυτήριο
OΠαναγιώτης, ένας 35χρονος ιδιοκτήτης χυτηρίου, μπήκε ανήσυχος εκείνο το πρωί στο Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά. Ήθελε να δηλώσει την εξαφάνιση της γυναίκας του, που δεν είχε δώσει σημεία ζωής από την προηγούμενη ημέρα.
Το ζευγάρι βρισκόταν ήδη σε διάσταση ενάμιση χρόνο, όταν, στις 11 Ιουνίου 1982, τα ίχνη της Θοδώρας χάθηκαν μυστηριωδώς. Δεν επέστρεψε το βράδυ και τα τρία παιδιά τους, που ζούσαν μαζί της στη Νίκαια, ειδοποίησαν τη γιαγιά τους, αφού είχαν μείνει μόνα τους. Ο πατέρας τους πήγε το πρωί από το σπίτι και στη συνέχεια, φανερά ανήσυχος, δήλωσε την εξαφάνισή της στο Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά. Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας, που ανέλαβαν την υπόθεση, αναζήτησαν το τελευταίο «στίγμα» της γυναίκας. Τι είχε συμβεί στην 30χρονη Θοδώρα; Σίγουρα κάτι κακό, είπαν οι γονείς της, αφού δεν θα εγκατέλειπε ποτέ τα παιδιά της, για κανένα λόγο...
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Όλγα Μαύρου, που είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Έθνος», και Σταύρος Μαλαγκονιάρης, ο οποίος είχε παρακολουθήσει την αναπαράσταση για την εφημερίδα «Αυριανή» και την εκδίκαση της υπόθεσης για το «Έθνος».
Ο συνταξιούχος που αιματοκύλισε το Ξηρόμερο
Στην Κανδήλα, ένα μικρό χωριό της επαρχίας Ξηρομέρου, στους πρόποδες των Ακαρνανικών Ορέων, στην Αιτωλοακαρνανία, η μόνη «παραφωνία», όπως έλεγαν οι κάτοικοι, ήταν ο Γιάννης, ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος, ο οποίος τάραζε συχνά την ηρεμία τους. Υπηρετούσε στην Ελληνική Χωροφυλακή, αλλά το 1950 παραιτήθηκε για να διοριστεί στο υπουργείο Εργασίας, όπου παρέμεινε έως την συνταξιοδότησή του. Μιλούσε σε άπταιστη καθαρεύουσα, κυκλοφορούσε πάντα με κοστούμι στο οποίο έκρυβε το 9άρι πιστόλι του και ψαχνόταν μονίμως για φασαρία.
Έκρυβε τον πραγματικό του χαρακτήρα και την ψυχοπαθολογία που κουβαλούσε για χρόνια κάτω από το κοστούμι που φορούσε μέρα και νύχτα. Μάλιστα, λίγο έλειψε να γίνει πρόεδρος της κοινότητας στις τελευταίες εκλογές, τις οποίες έχασε για μερικές ψήφους.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρικό νοσοκομείο της Αθήνας, αλλά επιστρέφοντας στο χωριό, υποτίθεται θεραπευμένος, τίποτα δεν είχε αλλάξει στη συμπεριφορά του: συνέχισε να είναι εριστικός με όλο τον κόσμο. Έφτασε σε σημείο να πυροβολήσει εναντίον κάποιων συγχωριανών του, επειδή τόλμησαν να πλησιάσουν το συρματόπλεγμα που είχε απλώσει γύρω από το σπίτι του. Για έναν καβγά στο καφενείο του διπλανού χωριού με δύο συγχωριανούς του, που είχε τις ρίζες του σε παλιές κτηματικές διαφορές, ξέσπασε την εκδικητική μανία του στις συζύγους και στα παιδιά τους, πρωταγωνιστώντας σε μια τραγωδία που μνημονεύεται ακόμη και σήμερα, 35 χρόνια μετά, στην επαρχία Ξηρομέρου της Αιτωλοακαρνανίας.
Στο πόντκαστ μιλούν ο «πρύτανης» του αστυνομικού ρεπορτάζ Πάνος Σόμπολος, που είχε καλύψει το τετραπλό έγκλημα ως απεσταλμένος της ΕΡΤ, ο ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων στην Αιτωλοακαρνανία Νίκος Κανής, η δημοσιογράφος Μαριάννα Μητροπούλου, αρχισυντάκτρια στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «Πατρίς» του Πύργου και δημιουργός του επιτυχημένου πόντκαστ «Ματιές στο αρχείο», και η Αγγελική Καρδαρά, τακτική επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος και διδάκτωρ του τμήματος επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η πρωτοφανής εκδίκηση του κουρέα από την Καβάλα
Ο 54χρονος χειρουργός Νίκος Γιαννόπουλος, παιδί εννιαμελούς οικογένειας από το Βαρθολομιό Ηλείας, ήταν από τετραετίας διευθυντής στην Α’ Χειρουργική Κλινική του Ευαγγελισμού, εγνωσμένης αξίας επιστήμονας, με σπουδές στην Ελλάδα και τη Γερμανία, υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αγαπητός σε ασθενείς και συναδέλφους, συμμαθητής, προσωπικός φίλος και γιατρός του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ήταν επίσης αρχίατρος στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς. Όλοι είχαν να λένε για το πόσο καλός γιατρός και άνθρωπος ήταν, καθώς χειρουργούσε και περιέθαλπε τους ασθενείς του ακόμη κι αν η οικονομική τους κατάσταση δεν τους επέτρεπε να αντεπεξέλθουν στα ιατρικά έξοδα.
Τον Οκτώβριο του 1961 η αγαπημένη του Φιφή έφυγε από τη ζωή μόλις στα 48 της χρόνια, χτυπημένη από τη λευχαιμία. Ο κόσμος του γκρεμίστηκε, αλλά έπρεπε να βρει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του, αν μη τι άλλο για χάρη της κόρης του, της Κλαίρης, που ήταν 21 ετών. Αποφάσισε να την στείλει στο Μόναχο για σπουδές. Το διάβασμα θα μπορούσε να της απαλύνει τον πόνο. Κι εκείνος θα προσπαθούσε να ξεχάσει, δουλεύοντας με τις ώρες στον Ευαγγελισμό. Όμως τα Χριστούγεννα ήταν μοναχικά. Στολίδια, γιρλάντες, πολύχρωμα φώτα, τίποτα δεν τον άγγιζε. Δεν θα άντεχε να περάσει και το Πάσχα μόνος του στην Αθήνα. Κάθισε και έγραψε στην Κλαίρη ένα γράμμα. Σε τρεις μέρες, δηλαδή την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου, θα έφευγε για τη Γερμανία, να κάνουν μαζί Πάσχα στο Μόναχο.
Ήταν 8 και τέταρτο το πρωί, Τρίτη, 17 Απριλίου 1962. Ο 54χρονος χειρουργός βγήκε από το σπίτι του, επί της οδού Μουρούζη 7 κοντά στην πλατεία Ρηγίλλης, κρατώντας την τσάντα του και το γράμμα που είχε γράψει στην Κλαίρη. Πήγε στο περίπτερο, αγόρασε την εφημερίδα του και ένα γραμματόσημο και κατευθύνθηκε προς το γραμματοκιβώτιο έξω από το κτίριο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Έριξε μέσα τον φάκελο, αλλά προτού κάνει λίγα βήματα βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν άνδρα που κρατούσε κυνηγετικό όπλο, κρυμμένο μέσα σε μια εφημερίδα.
Στο πόντκαστ ο δρ. Εγκληματολογίας και δικηγόρος Παναγιώτης Παπαϊωάννου μιλά για τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος και τον «ημιοργανωμένο» τρόπο εκτέλεσης και σχολιάζει την απόφαση του δικαστηρίου.
Το καλοκαίρι που χάθηκε η Σούζαν Ίτον
Mάταια περίμεναν την Σούζαν Ίτον στις εργασίες του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης σε ξενοδοχείο στο Κολυμπάρι Χανίων εκείνο το απόγευμα, 2 Ιουλίου 2019. Η 60χρονη Αμερικανίδα βιολόγος και ερευνήτρια του Ινστιτούτου Max Planck, που σύμφωνα με το πρόγραμμα επρόκειτο να μιλήσει λίγο μετά τις 6, δεν είχε εμφανιστεί ούτε είχε ειδοποιήσει ότι κάτι της συνέβη. Οι διοργανωτές του συνεδρίου περίμεναν με αμηχανία κάποιο νέο της, αλλά νύχτωσε κι εκείνη παρέμενε άφαντη. Αποφάσισαν να ειδοποιήσουν την Αστυνομία.
Το μόνο στοιχείο που είχαν στα χέρια τους οι αξιωματικοί της Ασφάλειας Χανίων, οι οποίοι ανέλαβαν τις έρευνες, ήταν ότι η βραβευμένη από την Αμερικανική Εταιρεία Κυτταρικής Βιολογίας και την Ένωση Γυναικών Ακαδημαϊκών επιστήμονας έφυγε από το ξενοδοχείο όπου έμενε γύρω στις 3 το μεσημέρι και, μέχρι να αρχίσουν οι απογευματινές εργασίες του συνεδρίου, πήγε για τρέξιμο, όπως συνήθιζε να κάνει, καθώς η γυμναστική ήταν μέρος της καθημερινότητάς της ‒ είχε και μαύρη ζώνη στο ταε κβον ντο. Η γυναίκα δεν είχε πάρει τίποτα μαζί της. Τα ρούχα της, το πορτοφόλι με τα χρήματά της και το κινητό της τηλέφωνο βρέθηκαν άθικτα στο δωμάτιό της. Όλα αυτά μαρτυρούσαν ότι δεν είχε εξαφανιστεί με τη θέλησή της. Πιθανότατα κάτι κακό τής είχε συμβεί...
Στο πόντκαστ μιλά ο δημοσιογράφος Χάρης Λεοντάκης, ο οποίος είχε καλύψει την υπόθεση για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha. Ακούγονται, επίσης, οι δύο νέοι που εντόπισαν το άψυχο σώμα της Ίτον, ο ιατροδικαστής Αντώνης Παπαδομανωλάκης, οι αξιωματικοί της Ασφάλειας Χανίων που ανακοίνωσαν την εξιχνίαση της υπόθεσης και οι δικηγόροι των δύο πλευρών.
Σκότωσε έξι συγχωριανούς του επειδή τον περιφρονούσαν
Γεννημένος λίγα χρόνια πριν από τη γερμανική κατοχή σ’ ένα μικρό χωριό της Άρτας, ο Λάκης δεν έμαθε γράμματα στη ζωή του, αφού παράτησε από μικρό παιδί το σχολείο για να δουλέψει, καθώς η οικογένειά του βαριανάσαινε από τη φτώχεια. Σε ηλικία μόλις 2 ετών έμεινε ορφανός από μάνα και όταν αργότερα οι δύο μεγαλύτερες αδελφές του έφυγαν για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στην πόλη, έμεινε με τον πατέρα του. Δύσκολη η επιβίωση στο χωριό. Που την έκαναν δυσκολότερη ένας ανήμπορος πατέρας και μια κοινωνία που εκείνα τα χρόνια είχε ελάχιστες ευκαιρίες να μορφωθεί και να προκόψει. Με μοναδικό ενδιαφέρον τα βαμβακοχώραφα για τον επιούσιο, και το κυνήγι για την διασκέδαση.
Ο Λάκης είχε μεράκι να γίνει χωροφύλακας, αλλά η τραγική οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το σχολείο μόλις τελείωσε τη Δευτέρα Δημοτικού για να βγει στο μεροκάματο και οδήγησε στη ζητιανιά τον πατέρα του, που μετά το θάνατο της γυναίκας του πάλευε μόνος. Τον έβλεπε να προσπαθεί καθημερινά να ζυμώσει ψωμί για τα ταΐσει τα παιδιά του και στο εφηβικό του μυαλό σκεφτόταν πόσο πιο όμορφη θα ήταν η ζωή του εάν έπαιρνε μια γυναίκα να κάνει αυτές τις δουλειές, να του χαρίζει φροντίδα και αγάπη. Μόλις στα 17 του παντρεύτηκε για να νιώσει λίγη οικογενειακή θαλπωρή. Όμως, η γυναίκα του πέθανε πάνω στη γέννα μαζί με το μωρό. Μετά από ένα χρόνο έκανε δεύτερο γάμο, πάλι με προξενιό, από τον οποίο απέκτησε τέσσερις κόρες.
Οι χωριανοί τον έβλεπαν μ’ αυτό το αιμοβόρο παρουσιαστικό, με το τραχύ πρόσωπο και το παχύ μουστάκι, να φτάνει συχνά στην πλατεία, φορτωμένος σκοτωμένα πουλιά. Ήταν τα «λάφυρα», με τα οποία προσπαθούσε να «κλέψει» λίγο σεβασμό και αγάπη από την μικρή κοινωνία του χωριού, που δεν τον είχε και σε μεγάλη υπόληψη. Κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά, ούτε έδινε σημασία στα παχιά του λόγια. Έως το μοιραίο βράδυ της 15ης Μαρτίου 1985.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Σόμπολος και Βασίλης Παππάς, καθώς και η ψυχολόγος και εγκληματολόγος Ιωάννα Σκλιάμη.
Ποιος σκότωσε την κυρία Στέλλα στις εργατικές πολυκατοικίες του Ταύρου;
Δύο μέρες είχε να εμφανιστεί στη γειτονιά η κυρία Στέλλα, μια 87χρονη γυναίκα που ζούσε μόνη στις εργατικές πολυκατοικίες του Ταύρου από τότε που είχε μείνει χήρα. Μια φίλη της, με την οποία έπιανε συχνά κουβέντα, δεν είδε το παράθυρό της να ανοίγει και ανησύχησε. Ειδοποίησε την κόρη του άντρα της από τον πρώτο του γάμο. Εκείνη της τηλεφώνησε πολλές φορές, αλλά δεν πήρε απάντηση. Αποφάσισε να πάει από το σπίτι της, να δει τι της είχε συμβεί. Μπαίνοντας μέσα, τη βρήκε νεκρή πάνω στο κρεβάτι, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Όλοι οι χώροι του φτωχικού διαμερίσματος ήταν αναστατωμένοι, στοιχείο που οδηγούσε στο σενάριο της ληστείας.
Οι καταθέσεις των γειτόνων «έδειξαν» στους αστυνομικούς προς ποια κατεύθυνση να αναζητήσουν τους δράστες. Προτού περάσει ένα 24ωρο, τους είχαν εντοπίσει.
Στο πόντκαστ μιλούν η Τέσσα Χριστοδούλου, κλινική ψυχολόγος με ειδίκευση στη Δικαστική Ψυχολογία, Εγκληματολογία και Νευροψυχολογία, η οποία σκιαγραφεί το προφίλ των δραστών, και ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Παναγιώτης Τριανταφύλλου, που μιλάει για τη διασύνδεση ουσιών και εγκλήματος.
Η Γεωργία ήταν το θύμα του βίαιου συζύγου της. Ώσπου δεν άντεξε πια
Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, καθώς οδηγούσε τα πιο δύσκολα χιλιόμετρα της ζωής της. Η διαδρομή από τη Μαλακάσα έως τη λεωφόρο Αλεξάνδρας τής φάνηκε ατέλειωτη. Πέρασε κάμποσα φανάρια με κόκκινο, δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί λογικά. Αλλά τι ήταν μερικές παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας μπροστά στο έγκλημα που μόλις είχε διαπράξει;
Η Γεωργία ήταν χτυπημένη παντού. Είχε ανοιχτές πληγές σε όλο της το σώμα και τα σημάδια κακοποίησης στο πρόσωπό της ήταν εμφανή. Η 37χρονη γυναίκα, που εργαζόταν ως σερβιτόρα σε χαρτοπαικτική λέσχη της Κυψέλης, δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει πως ήταν ζωντανή. Οι αστυνομικοί τη συνόδευσαν στα γραφεία του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, στον 11ο όροφο, όπου λίγη ώρα αργότερα ξετύλιξε τη βασανισμένη της ζωή και μίλησε για τη βίαιη συμπεριφορά του συζύγου της, που, όπως είπε, την έσπρωξε στο έγκλημα. Ένιωσε πως ερχόταν το τέλος, έβλεπε τον θάνατο κατάματα, όταν σε μια στιγμή πέρασε τη διαχωριστική γραμμή και από θύμα έγινε θύτης.
Στο πόντκαστ μιλούν η δημοσιογράφος Κατερίνα Μαστραντωνάκη, που είχε καλύψει το έγκλημα για την εφημερίδα «Επικαιρότητα», και ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Διονύσης Χιόνης, υπεύθυνος επιστημονικών εκδόσεων και θεσμικής δικτύωσης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος.
Το κορίτσι που δεν γύρισε ποτέ από τη Φολέγανδρο
Νωρίς το απόγευμα Παρασκευής, 16 Ιουλίου 2021. Ένας Αμερικανός τουρίστας, που μαζί με τη σύζυγο και την κόρη του περνούν με τις «γουρούνες» τους πάνω από το κολπάκι της Λυγαριάς στα βόρεια παράλια της Φολεγάνδρου, ειδοποιεί τις αρχές του νησιού, καθώς πάνω στα βράχια, λίγα μέτρα από τη θάλασσα, είναι ακινητοποιημένο ένα αυτοκίνητο με αναμμένα alarm. Κατεβαίνει σιγά σιγά για να δει τι έχει συμβεί. Την ίδια στιγμή η κόρη του φωνάζει από ψηλά και του κάνει νοήματα. Του δείχνει μια γυναίκα που επιπλέει στο νερό και φαίνεται να μην έχει τις αισθήσεις της. Σε λίγα λεπτά Αστυνομία, Λιμενικό και ΕΚΑΒ σπεύδουν στο σημείο. Δύτες βουτούν στο νερό και ανασύρουν τη γυναίκα, που φορά μόνο το μαγιό της. Ο αγροτικός γιατρός, που έχει φτάσει κι αυτός επί τόπου, προσπαθεί να την επαναφέρει, αλλά δεν καταφέρνει τίποτα, είναι ήδη νεκρή, με εμφανή χτυπήματα και εκδορές σε όλο της το σώμα.
Λίγο αργότερα θα γίνει γνωστή η ταυτότητά της. Είναι η 26χρονη Γαρυφαλλιά Ψαράκου, κόρη εκπαιδευτικών από το Βέλο Κορινθίας, που είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της στη Φαρμακευτική και μόλις είχε πιάσει δουλειά στο Νοσοκομείο της Κορίνθου. Τα νέα πέφτουν σαν κεραυνός στο χωριό, που ζει στους ρυθμούς του πανηγυριού της Αγίας Μαρίνας. Τα όργανα σταματούν και ο χρόνος «παγώνει». Οι τραγικοί γονείς φεύγουν αλλόφρονες για το όμορφο νησί των Κυκλάδων. Το παιδί τους πήγαινε πρώτη φορά διακοπές, μετά από τόσα πιεστικά καλοκαίρια, με διαβάσματα, σπουδές και μεταπτυχιακό. Την ίδια ώρα στη Φολέγανδρο οι Αρχές ερευνούν όλα τα σενάρια. Πρόκειται για αυτοχειρία; Για ατύχημα με το αυτοκίνητο που ξέφυγε από την πορεία του, με αποτέλεσμα η κοπέλα να εκσφενδονιστεί στη θάλασσα και να πνιγεί; Ή για επίθεση ληστών; Οι έρευνες δεν θα αργήσουν να αποκαλύψουν άλλη μια γυναικοκτονία...
Στο πόντκαστ ακούγονται ο ιατροδικαστής Ηλίας Μπογιόκας, οι γονείς της 26χρονης κοπέλας, οι δικηγόροι που εκπροσώπησαν τον δράστη και την οικογένεια του θύματος και ο διευθυντής της ιατρικής υπηρεσίας του νοσοκομείου της Νάξου.
Το σκοτεινό μυστικό του πηγαδιού στην Ερέτρια
Ο Θανάσης ήταν παλιός «γνώριμος» των αξιωματικών στον Σταθμό Χωροφυλακής της Ερέτριας στην Εύβοια. Ο 57χρονος κτηνοτρόφος πήγαινε κάθε τόσο για να διαμαρτυρηθεί, ακόμη και για να κάνει μήνυση στα αδέλφια του, με τα οποία μοιραζόταν το κτήμα της Μαγούλας. Ο υπέργηρος και τυφλός πια πατέρας τους, που είχε περάσει τα ενενήντα, είχε κάνει δίκαια τη μοιρασιά, αλλά το πηγάδι στη μέση του κτήματος, που είχε έκταση πάνω από τριάντα στρέμματα, αποτελούσε το μήλο της έριδος και αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα στα αδέλφια. Ο Θανάσης, που έμενε μόνιμα στην περιοχή, θεωρούσε ότι είχε περισσότερα δικαιώματα στο νερό του πηγαδιού, για τις ανάγκες των οπωροφόρων δέντρων και του κοπαδιού του. Και μάλιστα, με μια συμβολαιογραφική πράξη το είχε ιδιοποιηθεί, απαγορεύοντας στα αδέλφια του να το χρησιμοποιούν. Η 48χρονη Σταματίνα και ο 43χρονος Αποστόλης ζούσαν στην Αθήνα, αλλά δεν παρέλειπαν να υπενθυμίζουν, με τη συχνή τους παρουσία στη Μαγούλα, ότι ήταν και αυτοί ιδιοκτήτες της γης.
Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 1978, γύρω στη 1 το μεσημέρι, όταν ο Θανάσης μπήκε ανήσυχος στον Σταθμό Χωροφυλακής της Ερέτριας. «Τρέξτε, η αδελφή μου έπεσε στο πηγάδι και πρέπει να είναι νεκρή», είπε στον αξιωματικό υπηρεσίας. «Δεν ξέρω πώς έγινε, ελάτε γρήγορα, Και ο αδελφός μου έχει εξαφανιστεί». Ο διοικητής πήρε μαζί του δύο άνδρες και ξεκίνησε για το κτήμα, ειδοποιώντας ταυτόχρονα και την κεντρική διοίκηση της Χωροφυλακής στη Χαλκίδα. Το πηγάδι είχε βάθος 20 μέτρα και μέσα στο νερό, που κάλυπτε περίπου τέσσερα μέτρα, φαινόταν πράγματι το ασάλευτο σώμα ενός ανθρώπου. Οι άνδρες της Χωροφυλακής δεν μπορούσαν να διακρίνουν και πολλά, ούτε καν εάν ήταν άνδρας ή γυναίκα, καθώς εξείχε μόνο η λεκάνη. Από την ανεμόσκαλα κατέβηκαν στο πηγάδι, έδεσαν με σκοινί το άψυχο σώμα και το ανέσυραν. Ήταν πράγματι η 48χρονη Σταματίνα. Τα τραύματα στο πρόσωπο και το σώμα της ήταν εμφανή, ενώ γύρω της ήταν τυλιγμένο το σκοινί του κουβά. Προκλήθηκαν άραγε τα τραύματα αυτά κατά την πτώση, από τα χτυπήματα στα τοιχώματα του πηγαδιού, όπου υπήρχαν κηλίδες αίματος; Ή είχε συμβεί κάτι άλλο;
Στο πόντκαστ μιλά η καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Έφη Λαμπροπούλου, η οποία αναλύει τις μακροχρόνιες συγκρούσεις που γίνονται μέρος της καθημερινής ζωής, με αποτέλεσμα η βία να γίνεται φυσιολογική.
Το ένοχο μυστικό στο τζακούζι και η γυναίκα-«αράχνη»
Ήταν 23 Μαΐου 2009 όταν οι φίλοι και συνεργάτες του Τάσου Τσαγκαρόπουλου τον είδαν για τελευταία φορά. Ο 42χρονος ιδιοκτήτης ενοικιαζόμενων δωματίων από τη Ζάκυνθο βρισκόταν στην Αθήνα, όπου είχε επεκτείνει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, και κυκλοφορούσε με ένα λευκό Renault Kangoo που είχε δανειστεί από έναν φίλο του, όταν ξαφνικά έπαψε να δίνει σημεία ζωής – το κινητό του τηλέφωνο ήταν απενεργοποιημένο. Η οικογένειά του δήλωσε την εξαφάνισή του στο Αστυνομικό Τμήμα Συντάγματος.
Οι μέρες περνούσαν χωρίς να υπάρχει κανένα νέο για την τύχη του. Στις αρχές έφτασε μια ανώνυμη επιστολή που έλεγε ότι ο 42χρονος επιχειρηματίας είχε εξαφανιστεί με τη θέλησή του, όμωςη οικογένειά του δεν πείστηκε. Μάλλον να θολώσει τα νερά προσπαθούσε ο άγνωστος αποστολέας, καθώς ο Τάσος δεν φαινόταν να έχει λόγο να σκηνοθετήσει την εξαφάνισή του, όπως είπαν οι δικοί του άνθρωποι. Κι έτσι, χωρίς κανένα στοιχείο στα χέρια τους, και απελπισμένοι από την αδράνεια της Αστυνομίας, που πίστευε ότι όντως ο Τάσος Τσαγκαρόπουλος ήταν κάπου ζωντανός, ίσως και στην αγκαλιά κάποιας γυναίκας, απευθύνθηκαν στην εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Ελίζα Καλλίτση, ανταποκρίτρια τότε του Mega στην Πελοπόννησο, και Γιώτα Κηπουρού, δικαστική συντάκτρια στην εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου στο Star. Επίσης, ακούγονται αποσπάσματα από την εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη, η οποία με την έρευνά της βοήθησε στην εξιχνίαση του πρωτοφανούς εγκλήματος.
Νίκος Σεργιανόπουλος: Η δολοφονία που πάγωσε την Ελλάδα
Ήταν 4 Ιουνίου 2008, γύρω στις 7 το πρωί, όταν η 30χρονη η οικιακή βοηθός του Νίκου Σεργιανόπουλου τους τελευταίους οκτώ μήνες πήγε στο διαμέρισμά του, στον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού Μετεώρων 14-16 στο Παγκράτι. Καθώς για τουλάχιστον 30 λεπτά δεν απαντούσε στο κινητό του, αποφάσισε να ανεβεί στο ρετιρέ και να ανοίξει με το κλειδί που της είχε δώσει ο ίδιος. Μπαίνοντας στο σαλόνι «πάγωσε». Ο δημοφιλής ηθοποιός ήταν πεσμένος ανάσκελα στο πάτωμα, ολόγυμνος, μέσα σε λίμνη αίματος, με εμφανή τραύματα πιθανότατα από μαχαίρι. Οι φωνές της γυναίκας αναστάτωσαν όλη την πολυκατοικία.
Λίγο αργότερα έφτασαν στην οδό Μετεώρων, κοντά στον Άγιο Αρτέμιο, οι αξιωματικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών. Ακολούθησε ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, Φίλιππος Κουτσαύτης. Όλα έδειχναν ότι κίνητρο του εγκλήματος, που είχε γίνει γύρω στα μεσάνυχτα, ήταν η ληστεία. Το διαμέρισμα του Νίκου Σεργιανόπουλου ήταν άνω-κάτω και όλοι σχεδόν οι χώροι ψαγμένοι και αναστατωμένοι. Ίχνη αίματος υπήρχαν ακόμη στην κουρτίνα της μπανιέρας, στον νιπτήρα και σε μια πετσέτα, πράγμα που έδειχνε ότι ο δολοφόνος είχε επιχειρήσει να πλύνει και να σκουπίσει τα αποτυπώματά του προτού χαθεί μέσα στη νύχτα.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Θεοδώρα Θεοδωρουλάκη, που είχε καλύψει τη δολοφονία του για το Star Channel, και Έλενα Γαλάρη, που είχε παρακολουθήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης, ακούγονται ο ίδιος ο δημοφιλής πρωταγωνιστής του θεάτρου και της τηλεόρασης από συνέντευξή του στην εκπομπή της Έλενας Κατρίτση στον Alpha «Ούτε γάτα ούτε ζημιά» και ο δικηγόρος που είχε αναλάβει την υποστήριξη της κατηγορίας εκ μέρους της οικογένειάς του.
Όταν ο έρωτας οδήγησε σε… αδελφοκτονία.
Οι άνδρες του Τμήματος Χωροφυλακής Παιανίας κινητοποιήθηκαν αμέσως όταν άκουσαν τον οικοδόμο Κώστα Γιαμαρέλλο να τους λέει ότι λίγα μέτρα από τον χωματόδρομο που οδηγεί από την Καισαριανή στα Γλυκά Νερά, στο ύψος του Σταυρού Αγίας Παρασκευής, μια κοπέλα ήταν νεκρή κάτω από τα πεύκα. Ήταν σίγουρος ότι είχε πέσει θύμα άγριου εγκλήματος, και μάλιστα με σεξουαλικά κίνητρα, καθώς ήταν ημίγυμνη, με το κεφάλι παραμορφωμένο, ενώ γύρω από τον λαιμό της ήταν τυλιγμένα το καλσόν και η ζώνη της. Ήταν 11 Φεβρουαρίου 1983.
Ο διοικητής τηλεφωνεί στα κεντρικά. Στην Ασφάλεια χτυπάει συναγερμός και οι αξιωματικοί σπεύδουν στο σημείο που τους έχει υποδείξει ο οικοδόμος. Κρατούν τον χώρο ανέπαφο για να ακολουθήσει η εξερεύνηση και αναζητούν στοιχεία. To σκηνικό παραπέμπει όντως σε σεξουαλικό έγκλημα, καθώς το μαύρο δερμάτινο παντελόνι της κοπέλας είναι κατεβασμένο στα γόνατα, το εσώρουχό της σκισμένο και η μπλούζα της ανασηκωμένη μέχρι το στήθος. Κάνουν εφιαλτικούς συνειρμούς, αφού ο βιαστής με το «Autobianchi», που έχει χτυπήσει όχι μόνο στην παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος αλλά και στα βόρεια προάστια, παραμένει ασύλληπτος.
Στο podcast, η εγκληματολόγος και κοινωνιολόγος Αναστασία Χαλκιά αναλύει τα μοτίβα ελεγκτικής και κτητικής συμπεριφοράς μέσα στις σχέσεις, καθώς και τη δυναμική εξουσίας που μπορεί να οδηγήσει σε βίαιη κλιμάκωση.
Ο κουρέας που σκότωσε τρία παιδιά του «για να τα λυτρώσει από τη φτώχεια»
O 48χρονος Δημήτρης Δουλφής, που καταγόταν από τη Σίκινο, είχε από το 1920 το δικό του κουρείο στη γωνία Ηροδότου και Καρνεάδου στο Κολωνάκι και έμενε με τη σύζυγο και τα έξι παιδιά τους σε μια πάροδο της οδού Αρδηττού στην περιοχή του Μετς. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά δεν πεινούσε κιόλας, καθώς ήταν καλός κουρέας και έβγαζε αρκετά καλά λεφτά, με τα οποία συντηρούσε την οικογένειά του, χωρίς πολυτέλειες και λούσα, όπως έλεγε η γειτονιά. Τα οκτώ μέλη της στριμώχνονταν σε ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια όλα κι όλα, αλλά κανείς δεν γκρίνιαζε. Όμως, όταν ο μεγαλύτερος γιος του, ο Γιάννης, προσβλήθηκε από φυματίωση, όλα άλλαξαν. Τα έξοδα για νοσήλια στο Φθισιατρείο, στο νοσοκομείο «Σωτηρία», αλλά και για τα φάρμακα ήταν πολλά και ξεπουλήθηκε για να τα φέρει βόλτα, παρόλο που τόσο η μάνα όσο και ο δευτερότοκος γιος του συνεισέφεραν κι εκείνοι.
Οι καβγάδες στο σπίτι έγιναν σχεδόν καθημερινοί, και ο λόγος πάντα ο ίδιος. Ο Δημήτρης Δουλφής γκρίνιαζε συνεχώς για την «αβάσταχτη φτώχεια» και έλεγε στη γυναίκα του πως θα έβρισκε τρόπο να τελειώσουν τα βάσανά τους. Εκείνη προσπαθούσε να τον συνετίσει και του απαντούσε ότι ήταν υπερβολικός. Για ένα διάστημα τα είχε καταφέρει, καθώς άρχισε να τους βοηθά οικονομικά ο αδελφός του, που ζούσε στην Πόλη. Φαίνεται, όμως, ότι ο ήλιος στο συννεφιασμένο του μυαλό βγήκε για λίγο...
Στο πόντκαστ μιλά η δικαστική ψυχολόγος Έρη Ιωαννίδου, διδάσκουσα στο Hellenic American University και επιστημονική συνεργάτις του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος.
Χρήστος Ρούσσος: Ένας «Άγγελος» στη φυλακή
Σε μια ακραία πατριαρχική και ομοφοβική κοινωνία όπως αυτή της Ελλάδας της δεκαετίας του ’70, όπου οι ομοφυλόφιλοι χαρακτηρίζονταν ακόμη και από επίσημα χείλη ως «ανώμαλοι» ή «καρκινώματα», ο 20χρονος Χρήστος, γιος ενός εργάτη του ΟΛΠ και μιας καθαρίστριας από τον Πειραιά, που είχε παρατήσει τη σχολή μηχανικών «Πυθαγόρας» για να ασχοληθεί με την τέχνη της χρυσοχοΐας, αφουγκράστηκε τους χτύπους της καρδιάς του.
Δεν δίστασε στιγμή να χαμογελάσει, ακούγοντας τo ερωτικό κάλεσμα του 22χρονου Ανέστη, που μόλις είχε γνωρίσει σ’ ένα παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος, όπου είχε πάει βόλτα με έναν φίλο του - ήταν Οκτώβριος του 1974. Τότε ξεκίνησε μια σχέση που κατέληξε, δύο χρόνια αργότερα, σε τραγωδία.
Στο podcast μιλά ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καπράνος, ο οποίος είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Βραδυνή», και η δημοσιογράφος και συγγραφέας Μαρία Αθήνη. Επίσης, ακούγεται ο ίδιος ο «πρωταγωνιστής» της τραγικής ιστορίας μέσα από τη συνέντευξη που έδωσε το 2023 στον δημοσιογράφο Κώστα Πάρη.